Translation of "dealing" into Greek
μοιρασιά, συναλλαγή, αγοραπωλησία are the top translations of "dealing" into Greek.
dealing
noun
verb
grammar
Present participle of deal. [..]
-
μοιρασιά
noun femininesubstitutes a new deck of unmarked cards, and starts dealing.
αντικαθιστά μια νέα τράπουλα με ασημάδιαστα χαρτιά, και αρχίζει τη μοιρασιά.
-
συναλλαγή
noun feminineI don't see why dealing with the Americans should change anything.
Δεν καταλαβαίνω γιατί η συναλλαγή με Αμερικανούς θα άλλαζε κάτι.
-
αγοραπωλησία
nounRight, so Dekker gets a fake tip about a gun deal, he passes it on.
Σωστά, έτσι ο Dekker ακούει μια ψεύτικη πληροφορία για μια αγοραπωλησία όπλων, και την καρφώνει.
-
Less frequent translations
- αναφορικά με
- δοσοληψία
- σχετικά με
- φέρσιμο
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "dealing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "dealing" with translations into Greek
-
έχω να κάνω με · αναφέρομαι σε · αντιμετωπίζω · αντιμετωπίζω, χωνεύω κτ · απαντώ σε · αποδέχομαι · ασχολούμαι με · αφορώ · διεξέρχομαι (θέμα) · δουλεύω με · κανονίζω, περιποιούμαι κπ · μελετώ · μιλώ · πραγματεύομαι · συγυρίζω κπ · συναλλάσσομαι με · συντυχαίνω · χειρίζομαι
-
αγοραπωλησία · ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · αντιμετωπίζω · ασχολούμαι · διαμοιράζω · διανέμω · διανομή · διαπραγμάτευση · διεξάγω · δουλειά · εμπορεύομαι · κάνω μπάνκα · κάνω φύλλα · καταμερίζω · κατανέμω · καταφέρω · κοντράτο · μέτρα · μαλακό ξύλο · μερισμός · μεταχείριση · μεταχειρίζομαι · μοίρασμα · μοιράζω · μοιρασιά · πακέτο · πολιτική · προσφορά · πρόταση · συμβόλαιο · συμφωνία · συνθήκη · σχέδιο · σύμβαση · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω · φουρνιά · χειρίζομαι
-
καταστροφή · νάρκη · σαμποτάζ · τορπίλη · χαλάστρα
-
πουστιά
-
πολύ
Add example
Add