Translation of "dealings" into Greek
συναλλαγή, σχέση, δοσοληψία are the top translations of "dealings" into Greek.
dealings
noun
grammar
Plural form of dealing. [..]
-
συναλλαγή
noun feminineI don't see why dealing with the Americans should change anything.
Δεν καταλαβαίνω γιατί η συναλλαγή με Αμερικανούς θα άλλαζε κάτι.
-
σχέση
noun feminineIt has little to do with my speech, but a great deal to do with my political convictions.
Δεν έχει πολύ μεγάλη σχέση με την ομιλία μου, έχει όμως μεγάλη σχέση με τις πολιτικές πεποιθήσεις μου.
-
δοσοληψία
noun feminineThey think this was just another drug deal gone bad.
Νομίζουν ότι ήταν απλά μια ακόμη δοσοληψία ναρκωτικών που στράβωσε.
-
Less frequent translations
- σχέσεις
- αλισβερίσια
- δούναι και λαβείν
- πάρε-δώσε
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "dealings" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "dealings" with translations into Greek
-
έχω να κάνω με · αναφέρομαι σε · αντιμετωπίζω · αντιμετωπίζω, χωνεύω κτ · απαντώ σε · αποδέχομαι · ασχολούμαι με · αφορώ · διεξέρχομαι (θέμα) · δουλεύω με · κανονίζω, περιποιούμαι κπ · μελετώ · μιλώ · πραγματεύομαι · συγυρίζω κπ · συναλλάσσομαι με · συντυχαίνω · χειρίζομαι
-
αγοραπωλησία · ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · αντιμετωπίζω · ασχολούμαι · διαμοιράζω · διανέμω · διανομή · διαπραγμάτευση · διεξάγω · δουλειά · εμπορεύομαι · κάνω μπάνκα · κάνω φύλλα · καταμερίζω · κατανέμω · καταφέρω · κοντράτο · μέτρα · μαλακό ξύλο · μερισμός · μεταχείριση · μεταχειρίζομαι · μοίρασμα · μοιράζω · μοιρασιά · πακέτο · πολιτική · προσφορά · πρόταση · συμβόλαιο · συμφωνία · συνθήκη · σχέδιο · σύμβαση · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω · φουρνιά · χειρίζομαι
-
καταστροφή · νάρκη · σαμποτάζ · τορπίλη · χαλάστρα
-
πουστιά
-
πολύ
Add example
Add