Translation of "defend" into Greek
υπερασπίζομαι, αμύνομαι, υπεραμύνομαι are the top translations of "defend" into Greek.
(transitive, obsolete) To ward off, repel (an attack or attacker). [..]
-
υπερασπίζομαι
verbward off attacks from
Ladies and gentlemen of the jury in my job I sometimes have to defend bad men.
Κυρίες και κύριοι στη δουλειά μου πολλές φορές πρέπει να υπερασπίζομαι κακούς ανθρώπους.
-
αμύνομαι
verbward off attacks from
Let's see how you do against someone who can defend himself.
Για να δούμε πως τα πας με κάποιον που μπορεί να αμυνθεί.
-
υπεραμύνομαι
ward off attacks from
It is very difficult for me to defend that when I receive questions in my constituency.
Μου είναι πολύ δύσκολο να υπεραμύνομαι αυτού του γεγονότος, όταν μου θέτουν ερωτήματα στην εκλογική μου περιφέρεια.
-
Less frequent translations
- υπερασπίζω
- προστατεύω
- απολογούμαι
- προασπίζω
- συνηγορώ
- αντιτίθεμαι
- αντιμάχομαι
- αντιπαλεύω
- αμύνομαι υπέρ [+Γεν.]
- αποκρούω την επίθεση σε
- υπεραμύνομαι [+Γεν.]
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "defend" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "defend"
Phrases similar to "defend" with translations into Greek
-
των καθ' ων
-
διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες
-
αμύνομαι · υπεραμύνομαι · υπερασπίζομαι
-
Αμύντορας τής Πίστης · Αμύντωρ τής Πίστεως
-
αμυντικός · αμύντωρ · προστάτης · υπέρμαχος · υπερασπιστής
-
υπερασπισμένος
-
επίπεδο ειδοποίησης Windows Defender
-
αμύνομαι κατά [+Γεν.] · φυλάω από