Translation of "defender" into Greek

υπερασπιστής, υπέρμαχος, αμυντικός are the top translations of "defender" into Greek.

defender noun grammar

Someone who defends people or property. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • υπερασπιστής

    noun masculine

    Someone who defends with conviction one thesis, ideal or plan.

    It seems like the congressman was a fierce defender of small farmer water rights.

    Ο γερουσιαστής ήταν ένθερμος υπερασπιστής των μικρών αγροτών για το νερό.

  • υπέρμαχος

    noun masculine

    She was a great defender of freedom of expression in Russia.

    Ήταν μια μεγάλη υπέρμαχος της ελευθερίας έκφρασης στη Ρωσία.

  • αμυντικός

    Adjective

    θέση παίκτη στο ποδόσφαιρο, κοντά στο τέρμα της ομάδας του

    Public defender thinks I can get off with community service if we take the laser back.

    Δημόσια αμυντικός πιστεύει πως μπορεί κατεβείτε με την υπηρεσία της κοινότητας αν πάρουμε το λέιζερ πίσω.

  • Less frequent translations

    • προστάτης
    • αμύντωρ
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "defender" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "defender" with translations into Greek

  • των καθ' ων
  • διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες
  • αμύνομαι · υπεραμύνομαι · υπερασπίζομαι
  • Αμύντορας τής Πίστης · Αμύντωρ τής Πίστεως
  • υπερασπισμένος
  • αμύνομαι · αμύνομαι υπέρ [+Γεν.] · αντιμάχομαι · αντιπαλεύω · αντιτίθεμαι · αποκρούω την επίθεση σε · απολογούμαι · προασπίζω · προστατεύω · συνηγορώ · υπεραμύνομαι · υπεραμύνομαι [+Γεν.] · υπερασπίζομαι · υπερασπίζω
  • επίπεδο ειδοποίησης Windows Defender
  • αμύνομαι κατά [+Γεν.] · φυλάω από
Add

Translations of "defender" into Greek in sentences, translation memory