Translation of "desolated" into Greek

ερημωμένος is the translation of "desolated" into Greek.

desolated verb

Simple past tense and past participle of desolate. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ερημωμένος

    By the fourth century B.C.E., Edom lay desolate.

    Τον τέταρτο αιώνα Π.Κ.Χ., ο Εδώμ ήταν ερημωμένος.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "desolated" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "desolated" with translations into Greek

  • άβατη ερημιά
  • Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος · Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος ...άδειος μέσα σου, κενός · Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος ...άδειος μέσα σου, κενός, απελπισμένος · άγονος · έρημος · αγέλαστος · ακατοίκητος · απαρηγόρητος · απελπίζω · απελπισμένος · απελπιστικός · δυστυχής · εγκαταλείπω · εγκαταλελειμμένος · ερημωμένος · ερημώνω · ζοφερός · μελαγχολικός · μονήρης · παρατημένος · περίλυπος · συντετριμμένος · φέρνω σε απόγνωση
  • τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως
  • έρημο νησί
  • απόγνωση · ερήμωση · κενό · μοναξιά
  • Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος · Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος ...άδειος μέσα σου, κενός · Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος ...άδειος μέσα σου, κενός, απελπισμένος · άγονος · έρημος · αγέλαστος · ακατοίκητος · απαρηγόρητος · απελπίζω · απελπισμένος · απελπιστικός · δυστυχής · εγκαταλείπω · εγκαταλελειμμένος · ερημωμένος · ερημώνω · ζοφερός · μελαγχολικός · μονήρης · παρατημένος · περίλυπος · συντετριμμένος · φέρνω σε απόγνωση
Add

Translations of "desolated" into Greek in sentences, translation memory