Translation of "desolation" into Greek
ερήμωση, μοναξιά, κενό are the top translations of "desolation" into Greek.
desolation
noun
grammar
The act of desolating or laying waste; destruction of inhabitants; depopulation. [..]
-
ερήμωση
feminineThe desolation, the damage is exactly the same in every city the whole world over.
Η ερήμωση, και η ζημιά είναι ακριβώς οι ίδιες σε όλες τις πόλεις σε ολόκληρο τον κόσμο!
-
μοναξιά
noun feminine -
κενό
noun neuter
-
Less frequent translations
- απόγνωση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "desolation" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "desolation" with translations into Greek
-
ερημωμένος
-
άβατη ερημιά
-
Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος · Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος ...άδειος μέσα σου, κενός · Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος ...άδειος μέσα σου, κενός, απελπισμένος · άγονος · έρημος · αγέλαστος · ακατοίκητος · απαρηγόρητος · απελπίζω · απελπισμένος · απελπιστικός · δυστυχής · εγκαταλείπω · εγκαταλελειμμένος · ερημωμένος · ερημώνω · ζοφερός · μελαγχολικός · μονήρης · παρατημένος · περίλυπος · συντετριμμένος · φέρνω σε απόγνωση
-
τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως
-
έρημο νησί
-
Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος · Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος ...άδειος μέσα σου, κενός · Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος ...άδειος μέσα σου, κενός, απελπισμένος · άγονος · έρημος · αγέλαστος · ακατοίκητος · απαρηγόρητος · απελπίζω · απελπισμένος · απελπιστικός · δυστυχής · εγκαταλείπω · εγκαταλελειμμένος · ερημωμένος · ερημώνω · ζοφερός · μελαγχολικός · μονήρης · παρατημένος · περίλυπος · συντετριμμένος · φέρνω σε απόγνωση
Add example
Add