Translation of "determinate" into Greek
συγκεκριμένος, καθορισμένος, δεδομένος are the top translations of "determinate" into Greek.
Limited, defined, resolved, decided. [..]
-
συγκεκριμένος
adjective masculineAnte-mortem inspection must in particular determine whether, as regards the particular animal inspected, there is any sign
Κατά την επιθεώρηση πριν από τη σφαγή πρέπει ιδίως να διαπιστώνεται, όσον αφορά τα συγκεκριμένα επιθεωρούμενα ζώα, εάν υπάρχουν ενδείξεις
-
καθορισμένος
adjective masculineThe volume of each collected sample from each individual throughfall, stemflow or open air collector shall be determined.
Ο όγκος κάθε συλλεγόμενου δείγματος από κάθε μεμονωμένο συλλεκτήρα διαπερώσας βροχής, κορμορροής ή ξέφωτου πρέπει να είναι καθορισμένος.
-
δεδομένος
adjective masculineCurrent market data shall be used to determine current exposures.
Τα τρέχοντα δεδομένα της αγοράς χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των τρεχόντων ανοιγμάτων.
-
Less frequent translations
- περιορισμένος
- ορισμένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "determinate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "determinate" with translations into Greek
-
έχω βάλει σκοπό να · έχω βαλθεί να · είμαι αποφασισμένος να
-
συντελεστής προσδιορισμού
-
χωροθετώ
-
Δορυφορικές υπηρεσίες ραδιοεντοπισμού
-
καθοριστικός παράγων
-
αδίστακτος · ανένδοτος · αποφασισμένος · αποφασιστικός
-
Υπό καθορισμό
-
προσδιορίσιμος