Translation of "dismantling" into Greek

αποσυναρμολόγηση, διασκορπισμός are the top translations of "dismantling" into Greek.

dismantling noun verb grammar

Present participle of dismantle. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αποσυναρμολόγηση

    Noun

    Used automobiles, computers, televisions and other equipment for dismantling

    Μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, υπολογιστές, τηλεοράσεις και άλλος εξοπλισμός, για αποσυναρμολόγηση

  • διασκορπισμός

    noun
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "dismantling" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "dismantling" with translations into Greek

  • Μονωμένο μαχαίρι ηλεκτρολόγου απογύμνωσης
  • Αποσυναρμολογώ
  • · απογυμνώνω · αποδιαρθρώνω · αποδομώ · αποσυναρμολογώ · αποσυνθέτω · αφαιρώ · αφοπλίζω · γκρεμίζω · διαλύω · εξαρθρώνω · καταργώ · κατεδαφίζω · λύνω · ξεγυμνώνω · ξεμοντάρω · ξηλώνω · παροπλίζω
  • απομακρύνω · διαλύω
  • διασκορπισμός
  • · απογυμνώνω · αποδιαρθρώνω · αποδομώ · αποσυναρμολογώ · αποσυνθέτω · αφαιρώ · αφοπλίζω · γκρεμίζω · διαλύω · εξαρθρώνω · καταργώ · κατεδαφίζω · λύνω · ξεγυμνώνω · ξεμοντάρω · ξηλώνω · παροπλίζω
  • · απογυμνώνω · αποδιαρθρώνω · αποδομώ · αποσυναρμολογώ · αποσυνθέτω · αφαιρώ · αφοπλίζω · γκρεμίζω · διαλύω · εξαρθρώνω · καταργώ · κατεδαφίζω · λύνω · ξεγυμνώνω · ξεμοντάρω · ξηλώνω · παροπλίζω
  • · απογυμνώνω · αποδιαρθρώνω · αποδομώ · αποσυναρμολογώ · αποσυνθέτω · αφαιρώ · αφοπλίζω · γκρεμίζω · διαλύω · εξαρθρώνω · καταργώ · κατεδαφίζω · λύνω · ξεγυμνώνω · ξεμοντάρω · ξηλώνω · παροπλίζω
Add

Translations of "dismantling" into Greek in sentences, translation memory