Translation of "doubtful" into Greek

αμφίβολος, αβέβαιος, άδηλος are the top translations of "doubtful" into Greek.

doubtful adjective noun grammar

(obsolete) Fearsome, dreadful. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αμφίβολος

    adjective masculine

    The indicator referring to pricing levels is particularly doubtful.

    Ο ενδείκτης που αναφέρεται στα επίπεδα τιμολόγησης είναι ιδιαίτερα αμφίβολος.

  • αβέβαιος

    adjective masculine

    Furthermore, the sustainability of these effects also seems very doubtful.

    Εξάλλου, όσον αφορά τον μόνιμο χαρακτήρα των αποτελεσμάτων αυτών, και αυτός είναι επίσης πολύ αβέβαιος.

  • άδηλος

    adjective
  • προβληματικός

    adjective

    BB can without any doubt be considered as a company in difficulty.

    Η ΒΒ μπορεί αναμφίβολα να θεωρηθεί προβληματική επιχείρηση.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "doubtful" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "doubtful" with translations into Greek

  • χωρίς ίχνος αμφιβολίας
  • πέραν πάσης αμφιβολίας · πανηγυρικά · χωρίς ίχνος αμφιβολίας · χωρίς την παραμικρή σκιά αμφιβολίας
  • ευεργέτημα τής αμφιβολίας · τεκμήριο αθωότητας
  • κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο · πέραν πάσης αμφιβολίας
  • αμφισβητώ · εγείρω αμφιβολίες · ενσπείρω αμφιβολίες
  • θέτω εν αμφιβόλω · θέτω υπό αμφισβήτηση
  • θέτω εν αμφιβόλω · θέτω σε αμφισβήτηση
  • αυτοαμφισβήτηση
Add

Translations of "doubtful" into Greek in sentences, translation memory