Translation of "doubtfulness" into Greek
αβεβαιότητα, αμφιβολία, αμφιταλάντευση are the top translations of "doubtfulness" into Greek.
doubtfulness
noun
grammar
The state or quality of being doubtful; doubt; uncertainty. [..]
-
αβεβαιότητα
noun feminineMoreover, a degree of doubt exists in certain circumstances under the various national laws .
Εξάλλου, ορισμένες διεθνείς καταστάσεις αφήνουν να διαφανεί μια σχετική αβεβαιότητα.
-
αμφιβολία
noun feminineI had no doubts.
Δεν είχα καμία αμφιβολία.
-
αμφιταλάντευση
noun -
δισταγμός
nounThere are always doubts when an unfamiliar crop is introduced for the first time.
Όταν κανείς ξεκινά την καλλιέργεια ενός προϊόντος με το οποίο δεν είναι εξοικειωμένος, υπάρχει πάντα ένας δισταγμός.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "doubtfulness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "doubtfulness" with translations into Greek
-
χωρίς ίχνος αμφιβολίας
-
πέραν πάσης αμφιβολίας · πανηγυρικά · χωρίς ίχνος αμφιβολίας · χωρίς την παραμικρή σκιά αμφιβολίας
-
ευεργέτημα τής αμφιβολίας · τεκμήριο αθωότητας
-
άδηλος · αβέβαιος · αμφίβολος · προβληματικός
-
κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο · πέραν πάσης αμφιβολίας
-
αμφισβητώ · εγείρω αμφιβολίες · ενσπείρω αμφιβολίες
-
θέτω εν αμφιβόλω · θέτω υπό αμφισβήτηση
-
θέτω εν αμφιβόλω · θέτω σε αμφισβήτηση
Add example
Add