Translation of "excitable" into Greek
ευέξαπτος, ευερέθιστος are the top translations of "excitable" into Greek.
excitable
adjective
grammar
Easily excited. [..]
-
ευέξαπτος
adjective masculineeasily excited
okay, maybe I was a little excitable. But I didn't want to get bruised up before my big karate practice.
Ήμουν λίγο ευέξαπτος μα δεν ήθελα μελανιές πριν από τη σπουδαία εξάσκηση στο καράτε.
-
ευερέθιστος
adjectiveHe gets excitable sometimes, but he would never hurt a fly.
Είναι ευερέθιστος μερικές φορές, αλλά ποτέ δεν θα έβλαπτε ούτε μύγα.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "excitable" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "excitable" with translations into Greek
-
Διάταξη διέγερσης εττικέτας
-
Γραμμική προλεκτική διεγειρόμενη από βιβλίο αλγεβρικών κωδίκων
-
Κωδικο-διεγειρόμενη γραμμική πρόλεξη
-
διεγερμένος · ενθουσιασμένος · εξημμένος · ερεθισμένος · περιχαρής · συναισθηματικός · όλο χαρά
-
διεγέρτης
-
ενθουσιάζω
-
Περιοριστής υπερδιέγερσης
-
Προηγμένη πολυζωνική διέγερση
Add example
Add