Translation of "fairness" into Greek

εντιμότητα, αμεροληψία, δικαιοκρισία are the top translations of "fairness" into Greek.

fairness noun grammar

The property of being fair. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • εντιμότητα

    noun feminine

    property of being just, equitable [..]

    None that breach the common standards of fairness and honor.

    Δε θα συμφωνήσω με κάτι που παραβιάζει τη εντιμότητα και την τιμή.

  • αμεροληψία

    noun feminine

    property of being just, equitable [..]

    He will judge the lowly with fairness, and with uprightness he will give reproof. —Isa.

    Θα κρίνει τους ασήμαντους με αμεροληψία, και με ευθύτητα θα παρέχει έλεγχο. —Ησ.

  • δικαιοκρισία

    noun feminine

    property of being just, equitable [..]

  • Less frequent translations

    • δικαιοσύνη
    • ευθύτητα
    • ωραιότητα
    • δίκαιο
    • τιμιότητα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "fairness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "fairness" with translations into Greek

  • συμφεροντολόγος φίλος · φίλος στις καλές στιγμές
  • το σωστό να λέγεται
  • έκθεση · αίθριος · αγαθός · αγνός · αγορά · αδέκαστος · αδιάβλητος · ακιλίδωτος · ακριβοδίκαιος · αμερόληπτος · ανοιχτός · ανοιχτόχρωμος · αψεγάδιαστος · δίκαιος · εμποροπανήγυρη · εξαίσιος · ευγενικά · εύλογος · θεμιτός · καθαρός · καλός · λογικός · ξάστερος · ξανθός · παζάρι · πανηγύρι · πανυγήρι · σαφής · τίμιος · υπέροχος · φανερός · ωραίος
  • καλοκαιρία
Add

Translations of "fairness" into Greek in sentences, translation memory