Translation of "familiarity" into Greek
οικειότητα, εξοικείωση, γνώση are the top translations of "familiarity" into Greek.
The state of being extremely friendly; intimacy. [..]
-
οικειότητα
noun feminineRather, the Hebrew word here used denoted an intimate familiarity with the sea and its behavior.
Αντιθέτως, η Εβραϊκή λέξις που χρησιμοποιείται εδώ μαρτυρούσε μια στενή οικειότητα με την θάλασσα και την λειτουργία της.
-
εξοικείωση
But at the same time there's a familiarity that just builds up.
Αλλά ταυτοχρόνως υπάρχει η εξοικείωση η οποία χτίζεται.
-
γνώση
noun feminineMust be familiar with internal Commission procedures, particularly those for tenders and the budget.
Άριστη γνώση των εσωτερικών διαδικασιών της Επιτροπής, ιδίως όσον αφορά τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών και τον προϋπολογισμό.
-
οικοιότητες
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "familiarity" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "familiarity" with translations into Greek
-
αναιδής · αυθάδης · γνωστός · γνώριμος · γνώστης · εξοικειωμένος · θρασύς · ιταμός · μαθημένος · οικείος · οικογενειακός · προσωπικός · συνήθης · σύντροφος · φιλικός · χαρακτηριστικός
-
κάτι μου λέει
-
είμαι γνώστης [+Γεν.] · μου είναι γνωστός, -ή, -ό · ξέρω από
-
γνώστης [+Γεν.] · εξοικειωμένος με
-
συνηθίζω
-
θωπευτική προσφώνηση · όρος οικειότητας
-
εξοικείωση
-
εξοικειώνω