Translation of "fearful" into Greek
φοβερός, φοβισμένος, τρομερός are the top translations of "fearful" into Greek.
fearful
adjective
grammar
Frightening. [..]
-
φοβερός
adjective masculineterrible [..]
Gentlemen, the American wedding is a dark and fearful sham.
Κύριοι, ο Αμερικανικός γάμος είναι μια σκοτεινή και φοβερή φάρσα.
-
φοβισμένος
adjective masculinefrightened, filled with terror
That was my theory, I create that it feared a little to him.
Αυτή ήταν η δική μου άποψη, νομίζω πως είμαι αρκετά φοβισμένος.
-
τρομερός
adjective masculineterrible
It unsettled my father to no end and he was not a man of many fears.
Αναστάτωσε τρομερά τον πατέρα μου και ήταν άνθρωπος που δεν φοβόταν τίποτα.
-
Less frequent translations
- τρομακτικός
- δειλός
- έντρομος
- τρομαγμένος
- φοβιτσιάρης
- επικίνδυρος
- ανήσυχος
- επικίνδυνος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "fearful" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "fearful" with translations into Greek
-
υπάρχει ο φόβος ότι
-
από φόβο (+Γεν.) · φοβούμενος
-
απειλείται η ζωή μου · φοβάμαι για τη σωματική μου ακεραιότητα · φοβάμαι μη με σκοτώσουν
-
άγχος · αγωνία · ανησυχία · δέος · σκιάζομαι · τρομάζω · τρόμος · φοβάμαι · φοβία · φοβούμαι · φόβος
-
δειλία · φοβία · φόβος
-
εν μέσω φόβων ότι · λόγω φόβων ότι · μεταξύ φόβων για · υπό το φόβο [+Γεν.] · φοβούμενος, -η, -ο
-
από φόβο (+Γεν.) · φοβούμενος
-
υψοφοβία
Add example
Add