Translation of "fearing" into Greek
από φόβο (+Γεν.), φοβούμενος are the top translations of "fearing" into Greek.
fearing
adjective
verb
grammar
Present participle of fear. [..]
-
από φόβο (+Γεν.)
-
φοβούμενος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "fearing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "fearing" with translations into Greek
-
υπάρχει ο φόβος ότι
-
από φόβο (+Γεν.) · φοβούμενος
-
απειλείται η ζωή μου · φοβάμαι για τη σωματική μου ακεραιότητα · φοβάμαι μη με σκοτώσουν
-
άγχος · αγωνία · ανησυχία · δέος · σκιάζομαι · τρομάζω · τρόμος · φοβάμαι · φοβία · φοβούμαι · φόβος
-
δειλία · φοβία · φόβος
-
εν μέσω φόβων ότι · λόγω φόβων ότι · μεταξύ φόβων για · υπό το φόβο [+Γεν.] · φοβούμενος, -η, -ο
-
έντρομος · ανήσυχος · δειλός · επικίνδυνος · επικίνδυρος · τρομαγμένος · τρομακτικός · τρομερός · φοβερός · φοβισμένος · φοβιτσιάρης
-
υψοφοβία
Add example
Add