Translation of "finely" into Greek

κομψά is the translation of "finely" into Greek.

finely adverb grammar

In a manner to produce a fine result; as to grind finely means to grid to a fine powder. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • κομψά

    adverb

    Stylish clothes and a fine automobile can bring us the admiration of others.

    Τα κομψά ρούχα και ένα ωραίο αυτοκίνητο μπορούν να μας χαρίσουν το θαυμασμό των άλλων.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "finely" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "finely" with translations into Greek

  • επεξεργάζομαι λεπτομερώς
  • μια κομψή γυναίκα
  • · (έχει) καλώς · έξοχος · έστω · αίθριος · αγαθός · αγνός · διυλίζω · εκλεκτός · εκλεπτύνω · εντάξει · εξαίσιος · εξαιρετικός · επιβάλλω πρόστιμο · θαυμάσιος · καθαρίζω · καλά · κομψός · λεπτός · περίφημος · ποινικές ρήτρες · προστιμάρισμα · προστιμάρω · πρόστιμο · ραφινάρω · υπέροχος · φίνος · χρηματική ποινή · ψιλός · ωραία · ωραίος
  • εξετάζω σε βάθος · περνάω από ψιλή κρησάρα · περνάω κπ ή κτ από ψιλό κόσκινο · ψειρίζω · ψιλοκοσκινίζω
  • καλές τέχνες
  • λεπτόκοκκη(ος) σκόνη (κονιορτός)
  • λεπτό φίλτρο
  • δίνω πολλή σημασία σε
Add

Translations of "finely" into Greek in sentences, translation memory