Translation of "haunt" into Greek

στοιχειώνω, στέκι, στοιχειό are the top translations of "haunt" into Greek.

haunt verb noun grammar

(transitive) To inhabit, or visit frequently (most often used in reference to ghosts). [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • στοιχειώνω

    verb

    to make uneasy [..]

    I've got to keep haunting and haunting and haunting.

    Πρέπει να συνεχίζω να στοιχειώνω και να στοιχειώνω και να στοιχειώνω.

  • στέκι

    noun neuter

    place at which one is regularly found [..]

    That's the only demon haunt they ain't been to.

    Είναι το μόνο στέκι δαιμόνων που δεν έχουν πάει.

  • στοιχειό

    noun

    So if there is something negative going on here, it will help spur on the haunting.

    Οπότε αν κάτι αρνητικό συμβαίνει εδώ, θα δώσει κίνητρο στο στοιχειό.

  • Less frequent translations

    • συχνάζω
    • λημέρι
    • ακολουθώ
    • εντευκτήριο
    • βασανίζω
    • καταδιώκω
    • κατατρέχω
    • κατατρύχω
    • καταφύγιο
    • μένω
    • τυραννάω
    • θέρετρο
    • ταλανίζω
    • εστία
    • «τρώω», παιδεύω (κπ)
    • βαραίνω πάνω από
    • γίνομαι έμμονη ιδέα σε κπ
    • γίνομαι εφιάλτης σε κπ
    • μέρος που συχνάζουν
    • πλανιέμαι πάνω από
    • πολυσύχναστο μέρος
    • φαντάζω πάνω σε
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "haunt" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "haunt" with translations into Greek

  • στοιχειώνω
  • στοιχειωμένο σπίτι
  • παλιά λημέρια
  • βρίσκω κπ ή κτ μπροστά μου · κατατρύχω κπ · φέρνω αντιμέτωπο με παλιές αμαρτίες
  • βασανισμένος · στοιχειωμένος
  • λημέρια
  • έμμονος · αιωρούμενος · βασανιστικός · εθιστικός · επίμονος · εφιαλτικός · που σε στοιχειώνει
  • Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού
Add

Translations of "haunt" into Greek in sentences, translation memory