Translation of "haunting" into Greek

έμμονος, αιωρούμενος, βασανιστικός are the top translations of "haunting" into Greek.

haunting adjective noun verb grammar

Present participle of haunt . [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • έμμονος

    Adjective
  • αιωρούμενος

  • βασανιστικός

    adjective
  • Less frequent translations

    • εθιστικός
    • επίμονος
    • εφιαλτικός
    • που σε στοιχειώνει
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "haunting" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "haunting" with translations into Greek

  • στοιχειώνω
  • στοιχειωμένο σπίτι
  • παλιά λημέρια
  • βρίσκω κπ ή κτ μπροστά μου · κατατρύχω κπ · φέρνω αντιμέτωπο με παλιές αμαρτίες
  • στοιχειωμένος
  • λημέρια
  • Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού
  • «τρώω», παιδεύω (κπ) · ακολουθώ · βαραίνω πάνω από · βασανίζω · γίνομαι έμμονη ιδέα σε κπ · γίνομαι εφιάλτης σε κπ · εντευκτήριο · εστία · θέρετρο · καταδιώκω · κατατρέχω · κατατρύχω · καταφύγιο · λημέρι · μένω · μέρος που συχνάζουν · πλανιέμαι πάνω από · πολυσύχναστο μέρος · στέκι · στοιχειό · στοιχειώνω · συχνάζω · ταλανίζω · τυραννάω · φαντάζω πάνω σε
Add

Translations of "haunting" into Greek in sentences, translation memory