Translation of "having" into Greek
έχοντας, κατοχή, κτήση are the top translations of "having" into Greek.
having
noun
verb
grammar
Present participle of have. [..]
-
έχοντας
verbhaving regard to the written procedure and further to the hearing on 28 January 2016,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Ιανουαρίου 2016,
-
κατοχή
Noun -
κτήση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "having" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "having" with translations into Greek
-
έχει · έχω · αναγκάζομαι · αποδέχομαι · αρρωσταίνω · γαμώ · δέχομαι · δίνω · διαθέτω · ενέχω · επιτυγχάνω · κάνω · κατέχω · καταναλώνω · καταφέρνω · κρατώ · λαμβάνω · νοσώ · οφείλω · παθαίνω · προκαλώ
-
για καλή μου, κακή μου τύχη · ευτυχώς, δυστυχώς · το 'φερε η μοίρα · όλως τυχαίως · όπως το έφερε η τύχη
-
έχω απώτερο σκοπό · έχω κτ άχτι · έχω προσωπικό συμφέρον
-
ζητώ την κεφαλή(ν) κάποιου επί πίνακι
-
είμαι ιδιότροπος · κάνω τα δικά μου
Add example
Add