Translation of "killing" into Greek

φόνος, δολοφονία, σφαγή are the top translations of "killing" into Greek.

killing adjective noun verb grammar

Present participle of kill. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • φόνος

    noun masculine

    Now Krista, it's time for your fist kill.

    Τώρα Κρίστα, είναι ώρα για τον πρώτο σου φόνο.

  • δολοφονία

    noun feminine

    If you care about the killing of innocent people, don't see her show tonight!

    Αν νοιάζεστε για τη δολοφονία αθώων ανθρώπων, μη δείτε το σόου της απόψε!

  • σφαγή

    noun feminine

    For one man on open ground, you sure got a lot of killing in mind

    Για έναν άνθρωπο μόνο στην ερημιά, σίγουρα έχεις στο μυαλό σου να γίνει σφαγή

  • Less frequent translations

    • θανάτωση
    • σκοτωμός
    • εκτέλεση
    • ανθρωποκτονία
    • μακελειό
    • σφάξιμο
    • εξαιρετικός
    • αφάνταστος
    • ζωοκτονία
    • απίστευτος
    • εξαντλητικός
    • καταπληκτικός
    • καταστροφικός
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "killing" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "killing" with translations into Greek

  • απορρίπτω · αποσύρω · αφήνω στον τόπο · βγάζω κπ απ' τη μέση · διαλύω · δολοφονία · δολοφονώ · εκτελώ · εξανεμίζω · εξαφανίζω · εξοντώνω · εξουδετερώνω · θήραμα · θανάτωση · θανατηφόρο πλήγμα · θανατώνω · θύμα · καθαρίζω · καταργώ · καταστρέφω · καταψηφίζω · κατεβάζω μονορούφι · κλείνω · κοστίζω τη ζωή σε · ξεκάνω · ξεκληρίζω · πεθαίνω από πόνο · πεθαίνω κπ · πιστολιάζω · προκαλώ τον θάνατο [+Γεν.] · σβήνω · σκοτώνω · στέλνω στον θάνατο · συντρίβω · σφάζω · φαγανε · φονεύω · φόνος · χαλάω · χαραμίζω
  • ευθανασία
  • στρατόπεδο εκτελέσεων · τόπος εκτελέσεων
  • με έχει πεθάνει · με έχει ταράξει · με πεθαίνει
  • εκεί κόλλησες; · πονάς · σε πονάει
  • σκοτώνω τον καιρό
  • έγκλημα τιμής
  • αλληλοσπαράζονται
Add

Translations of "killing" into Greek in sentences, translation memory