Translation of "lated" into Greek
αργοπορημένος is the translation of "lated" into Greek.
lated
adjective
grammar
belated; too late [..]
-
αργοπορημένος
Occurring affter the expected or usual time.
Well, you were a half an hour late and I needed a ride.
Ήσουν μισή ώρα αργοπορημένος και χρειαζόμουν κάποιον να με πάρει σπίτι.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "lated" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "lated" with translations into Greek
-
late · Θεός σχωρέσ' τον · άλλοτε · αείμνηστος · αποθανών · αργά · αργοπορημένος · αργός · αρτιθανής · γύρω στα [+αριθμός] · εκλιπών · καθυστερημένος · μακαρίτης · με καθυστέρηση · παλιά · που έχει τώρα πεθάνει · προηγούμενος · πρόσφατος · πρώην · συγχωρεμένος · τελευταίος · υστερο- · όψιμος · ύστερος
-
στο τέλος τής ζωής [+Γεν.]
-
Ύστερη Αρχαιότητα
-
σύνδεση με καθυστέρηση
-
νεωστί · πρόσφατα
-
έρχομαι, πηγαίνω καθυστερημένος · αργώ · καθυστερώ · φτάνω καθυστερημένος
-
η ώρα είναι προχωρημένη, περασμένη
-
ύστατη ημερομηνία λήξης
Add example
Add