Translation of "lately" into Greek

προσφάτως, πρόσφατα, τελευταία are the top translations of "lately" into Greek.

lately adverb grammar

Recently; not long ago. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • προσφάτως

    adverb

    Belle, I haven't seen you making the, uh, concert rounds lately.

    Belle, δε σ'έχω δει να δίνεις συναυλίες πρόσφατα.

  • πρόσφατα

    adverb

    Belle, I haven't seen you making the, uh, concert rounds lately.

    Belle, δε σ'έχω δει να δίνεις συναυλίες πρόσφατα.

  • τελευταία

    adverb

    Now, I know you've been through a lot lately, but your tone needs adjusting.

    Ξέρω ότι έχεις περάσει πολλά τελευταία, αλλά πρέπει να διορθώσεις το ύφος σου.

  • Less frequent translations

    • εσχάτως
    • επ' εσχάτων
    • τις τελευταίες ημέρες
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "lately" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "lately" with translations into Greek

  • late · Θεός σχωρέσ' τον · άλλοτε · αείμνηστος · αποθανών · αργά · αργοπορημένος · αργός · αρτιθανής · γύρω στα [+αριθμός] · εκλιπών · καθυστερημένος · μακαρίτης · με καθυστέρηση · παλιά · που έχει τώρα πεθάνει · προηγούμενος · πρόσφατος · πρώην · συγχωρεμένος · τελευταίος · υστερο- · όψιμος · ύστερος
  • στο τέλος τής ζωής [+Γεν.]
  • Ύστερη Αρχαιότητα
  • σύνδεση με καθυστέρηση
  • νεωστί · πρόσφατα
  • έρχομαι, πηγαίνω καθυστερημένος · αργώ · καθυστερώ · φτάνω καθυστερημένος
  • η ώρα είναι προχωρημένη, περασμένη
  • αργοπορημένος
Add

Translations of "lately" into Greek in sentences, translation memory