Translation of "leading" into Greek
διάστιχο, κύριος, άγω are the top translations of "leading" into Greek.
leading
adjective
noun
verb
grammar
Present participle of lead. [..]
-
διάστιχο
nounThe amount of space from the bottom of one line of text to the bottom of the next line.
-
κύριος
adjective nounTom was the lead suspect.
Ο Τοm ήταν ο κύριος ύποπτος.
-
άγω
verb
-
Less frequent translations
- αρχηγία
- δεσπόζων, δεσπόζουσα
- διακεκριμένος
- διευθύνων
- επικεφαλής
- ηγεσία
- ιθύνων
- καθοδήγηση
- κυριότερος
- οδηγία
- προεξάρχων, -ουσα, -ον
- προπορευόμενος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "leading" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "leading" with translations into Greek
-
Πλαστικός φορέας τσιπ με ακροδέκτες
-
· άγω · έχω την πρωτοπορία · έχω το προβάδισμα · ίχνος · αγωγός · αποδύομαι · αρχηγία · βαρίδι · βολίδα · βυθομετρητής · δίοδος · διάγω · διάστιχο · διαφορά · είμαι επικεφαλής · επιμολυβδώνω · επιφέρω · ευκαιρία · ηγεσία · ηγούμαι · θέση στο μπέιζμπολ · καθοδήγηση · καθοδηγώ · κατέχω την πρώτη θέση · καταλαμβάνω · κινώ · κορυφή · μολυβδοσκεπή · μολυβδοταινία · μολύβι · μόλυβδος · οδήγηση · οδηγώ · περνώ · πηγαίνω · προβάδισμα · προεξάρχω [+Γεν.] · προηγούμαι · προπορεύομαι · πρωταγωνιστής · πρωτιά · πρωτοπορία · πρωτοπορώ · πρωτοστατώ σε · πόλυβδος · ρίχνω · στοιχείο · υποψήφιος πελάτης · φέρνω
-
αντιστάθμιση προπορείας
-
εξαπατώ
Add example
Add