Translation of "lean" into Greek
ψαχνό, λεπτός, ακουμπώ are the top translations of "lean" into Greek.
lean
adjective
verb
noun
grammar
To hang outwards. [..]
-
ψαχνό
noun -
λεπτός
adjective masculineΣτενός σε μέγεθος. Ειδικά για ανθρώπους και ζώα, ορίζει κάποιον που έχει λίγο λίπος.
I'm gonna walk out of here a lean, mean, fightin'machine.
Θα βγω από δω μέσα λεπτή, δυνατή, πολεμική μηχανή.
-
ακουμπώ
verb
-
Less frequent translations
- κλίνω
- γέρνω
- άπαχος
- ισχνός
- κοκαλιάρης
- αδύνατος
- γέρσιμο
- κλίση
- ραδινός
- στηρίζομαι
- τείνω
- σκύβω
- λιτός
- λιγνός
- ρέπω
- κοφτερός
- λοξεύω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "lean" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "lean" with translations into Greek
-
κεκλιμένος πύργος της πίζας
-
Κεκλιμένος Πύργος της Πίζας · Πύργος της Πίζας
-
καταπείζω · πιέζω, εκφοβίζω · στηρίζομαι
-
ακουμπώντας · κεκλιμένος · κλίση · τάση
-
ζορίζω
-
γέρνω προς · κλίνω προς, σε, υπέρ [+Γεν.] · κοντεύω να · προσανατολίζομαι σε, προς · ρέπω προς · στρέφομαι προς · τείνω να, προς, σε
-
ξαπλώνω
-
αριστερίζων · αριστερόστροφος · αριστερόφιλος · φιλοαριστερός
Add example
Add