Translation of "leaning" into Greek

κλίση, κεκλιμένος, τάση are the top translations of "leaning" into Greek.

leaning noun adjective verb grammar

A tendency. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • κλίση

    noun feminine

    I was starting to wonder if she leaned in another direction.

    Είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι αν είχε κλίση σε άλλη κατεύθυνση.

  • κεκλιμένος

    Steve, I want you to lean over and kiss my chest.

    Steve, θέλω να κλίνει πάνω από και το φιλί στο στήθος μου.

  • τάση

    noun

    Oh, Mike, she was probably leaning that way already.

    Μάικ, προφανώς είχε ήδη μια τάση προς τα εκεί.

  • ακουμπώντας

    Maybe you'll find happiness by just leaning on it.

    Ίσως θα βρεις την ευτυχία απλά ακουμπώντας τον.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "leaning" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "leaning" with translations into Greek

  • κεκλιμένος πύργος της πίζας
  • Κεκλιμένος Πύργος της Πίζας · Πύργος της Πίζας
  • καταπείζω · πιέζω, εκφοβίζω · στηρίζομαι
  • άπαχος · αδύνατος · ακουμπώ · γέρνω · γέρσιμο · ισχνός · κλίνω · κλίση · κοκαλιάρης · κοφτερός · λεπτός · λιγνός · λιτός · λοξεύω · ρέπω · ραδινός · σκύβω · στηρίζομαι · τείνω · ψαχνό
  • ζορίζω
  • γέρνω προς · κλίνω προς, σε, υπέρ [+Γεν.] · κοντεύω να · προσανατολίζομαι σε, προς · ρέπω προς · στρέφομαι προς · τείνω να, προς, σε
  • ξαπλώνω
  • αριστερίζων · αριστερόστροφος · αριστερόφιλος · φιλοαριστερός
Add

Translations of "leaning" into Greek in sentences, translation memory