Translation of "overwhelm" into Greek
καταβάλλω, κατακλύζω, συντρίβω are the top translations of "overwhelm" into Greek.
overwhelm
verb
noun
grammar
To engulf, surge-over and submerge [..]
-
καταβάλλω
verbIt seems clear to me that the stress of today's events has overwhelmed you.
Για μένα είναι σαφές ότι σας κατέβαλε το στρες των σημερινών γεγονότων.
-
κατακλύζω
verbWithout these runes, the idol's power would overwhelm my mind.
Χωρίς αυτούς τους ρούνους η ισχύς του ειδωλίου θα κατέκλυζε το μυαλό μου.
-
συντρίβω
VerbThe smoke's gonna overwhelm us in a matter of seconds.
Θα συντρίψει στον καπνό του μας σε ένα θέμα δευτερολέπτων.
-
Less frequent translations
- ξεπερνώ
- καταβαραθρώνω
- εξουδετερώνω
- πλημμυρίζω
- κατατροπώνω
- πολιορκώ
- συγκλονίζω
- υπερνικώ
- υπερπηδώ
- εξαντλώ
- (κατα)πνίγω
- βαρύνω
- βομβαρδίζω
- επιβαρύνω, καταβάλλω, καταπονώ, καταρρακώνω, κυριεύω, πελαγώνω, πολιορκώ
- σαστίζω
- συγκινώ, συνεπαίρνω
- συνέχω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "overwhelm" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "overwhelm" with translations into Greek
-
πλημμυρισμένος από, με, σε · πνίγομαι από, σε · πνιγμένος σε
-
διακατέχομαι από · κυριεύομαι από · συνέχομαι από
-
έχω πήξει σε, από · κατακλύζομαι από · πλημμυρίζομαι από, με, σε
-
κυριεύω
-
σαρωτική δύναμη
-
αδιαφιλονίκητος · ακατανίκητος · εντυπωσιακός · εξαντλητικός · κατακλυσμιαία · ολοκληρωτικός · πελαγωμένος · σαρωτικός · συγκλονιστικός · συντριπτικός · τεράστιος · φαίνεται βουνό
-
βεβαρημένος · επιβαρημένος, επιβαρυμένος · καταβαραθρωμένος · καταβεβλημένος · κατασυγκινημένος · κεραυνόπληκτος · κυριευμένος · παραφορτωμένος · πελαγωμένος · πνιγμένος · σαστισμένος · σε αμηχανία · συναισθηματικά φορτισμένος
-
αδιαφιλονίκητος · ακατανίκητος · εντυπωσιακός · εξαντλητικός · κατακλυσμιαία · ολοκληρωτικός · πελαγωμένος · σαρωτικός · συγκλονιστικός · συντριπτικός · τεράστιος · φαίνεται βουνό
Add example
Add