Translation of "overwhelmed" into Greek
βεβαρημένος, επιβαρημένος, επιβαρυμένος, καταβαραθρωμένος are the top translations of "overwhelmed" into Greek.
overwhelmed
verb
Simple past tense and past participle of overwhelm. [..]
-
βεβαρημένος
2α. Που παρουσιάζει πολλά προβλήματα, που η κατάστασή του είναι δύσκολη ή και κρίσιμη, που είναι επιβαρυμένος. - Χρήσεις βεβαρημένοι κυκλοφοριακά οδικοί άξονες | ατμόσφαιρα βεβαρημένη με ρύπους | Δεν είναι σε θέση να σκεφτεί λογικά, καθώς είναι ιδιαίτερα βεβαρημένη συναισθηματικά από τον θάνατο του παιδιού της [ΜΗΛΝΕΓ]
-
επιβαρημένος, επιβαρυμένος
-
καταβαραθρωμένος
-
Less frequent translations
- καταβεβλημένος
- κατασυγκινημένος
- κεραυνόπληκτος
- κυριευμένος
- παραφορτωμένος
- πελαγωμένος
- πνιγμένος
- σαστισμένος
- σε αμηχανία
- συναισθηματικά φορτισμένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "overwhelmed" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "overwhelmed" with translations into Greek
-
πλημμυρισμένος από, με, σε · πνίγομαι από, σε · πνιγμένος σε
-
διακατέχομαι από · κυριεύομαι από · συνέχομαι από
-
έχω πήξει σε, από · κατακλύζομαι από · πλημμυρίζομαι από, με, σε
-
κυριεύω
-
(κατα)πνίγω · βαρύνω · βομβαρδίζω · εξαντλώ · εξουδετερώνω · επιβαρύνω, καταβάλλω, καταπονώ, καταρρακώνω, κυριεύω, πελαγώνω, πολιορκώ · καταβάλλω · καταβαραθρώνω · κατακλύζω · κατατροπώνω · ξεπερνώ · πλημμυρίζω · πολιορκώ · σαστίζω · συγκινώ, συνεπαίρνω · συγκλονίζω · συνέχω · συντρίβω · υπερνικώ · υπερπηδώ
-
σαρωτική δύναμη
-
αδιαφιλονίκητος · ακατανίκητος · εντυπωσιακός · εξαντλητικός · κατακλυσμιαία · ολοκληρωτικός · πελαγωμένος · σαρωτικός · συγκλονιστικός · συντριπτικός · τεράστιος · φαίνεται βουνό
-
(κατα)πνίγω · βαρύνω · βομβαρδίζω · εξαντλώ · εξουδετερώνω · επιβαρύνω, καταβάλλω, καταπονώ, καταρρακώνω, κυριεύω, πελαγώνω, πολιορκώ · καταβάλλω · καταβαραθρώνω · κατακλύζω · κατατροπώνω · ξεπερνώ · πλημμυρίζω · πολιορκώ · σαστίζω · συγκινώ, συνεπαίρνω · συγκλονίζω · συνέχω · συντρίβω · υπερνικώ · υπερπηδώ
Add example
Add