Translation of "precipitance" into Greek
σπουδή is the translation of "precipitance" into Greek.
precipitance
noun
grammar
Alternative form of [i]precipitancy[/i] [..]
-
σπουδή
nounSuch a precipitate measure can definitely be taken as an expression of the concerns relating to the urgency of the situation.
Μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί ότι η σπουδή αυτή εξέφραζε ανησυχίες συνδεόμενες με το επείγον της καταστάσεως.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "precipitance" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "precipitance" with translations into Greek
-
ωκυτόκος
-
Αποτομως ... κατακορυφα (κυριολεκτικα) ... απερισκεπτα, βιαστικα · αποτόμως
-
· ίζημα · απερίσκεπτος · απόκρημνος · βιαστικός · γκρεμίζω · εντείνω · επιδρώ καθοριστικά σε κτ · επισπεύδω · επιταχύνω · εσπευσμένος · καθίζημα · καθιζάνω · κατακαθίζω · κατακρημνίζω · λειτουργώ καταλυτικά (για κτ) · λειτουργώ ως καταλύτης για κτ · πέφτω · παίζω καταλυτικό ρόλο (για κτ) · ταχύς · υγροποιώ
-
εσπευσμένος
-
απόκρημνος · απότομος · κάθετος · κατακόρυφος · ξαφνικός
-
ατμοσφαιρική κατακρήμνιση
-
Καθίζηση, συμπύκνωση · Υετος ... cold particles circulating in the air · συμπύκνωση, καθίζηση ... υετος ... cold particles circulating in the air
-
εξασθένηση από συμπυκνώματα
Add example
Add