Translation of "precipitate" into Greek
κατακρημνίζω, ίζημα, βιαστικός are the top translations of "precipitate" into Greek.
(transitive) To make something happen suddenly and quickly; hasten. [..]
-
κατακρημνίζω
verbTo send violently into a certain state or condition [..]
In the water treatment unit, heavy metals and sulphates are precipitated by the addition of lime.
Τα βαρέα μέταλλα και τα θειικά άλατα κατακρημνίζονται με την προσθήκη ασβέστη στη μονάδα επεξεργασίας ύδατος.
-
ίζημα
noun neuterproduct
After filtration the precipitate is dried and weighed.
Μετά από διήθηση και ξήρανση, το ίζημα ζυγίζεται.
-
βιαστικός
adjective masculineMoving with excessive speed or haste
Mrs. Muir, I must beg of you not to be so precipitous.
Κα Muir, πρέπει να σας παρακαλέσω να μην είστε τόσο βιαστική.
-
Less frequent translations
- επισπεύδω
- ταχύς
- καθιζάνω
- εσπευσμένος
- γκρεμίζω
- κατακαθίζω
- επιταχύνω
- απόκρημνος
- καθίζημα
- παίζω καταλυτικό ρόλο (για κτ)
- υγροποιώ
- απερίσκεπτος
- εντείνω
- πέφτω
- επιδρώ καθοριστικά σε κτ
- λειτουργώ καταλυτικά (για κτ)
- λειτουργώ ως καταλύτης για κτ
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "precipitate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "precipitate" with translations into Greek
-
ωκυτόκος
-
Αποτομως ... κατακορυφα (κυριολεκτικα) ... απερισκεπτα, βιαστικα · αποτόμως
-
εσπευσμένος
-
απόκρημνος · απότομος · κάθετος · κατακόρυφος · ξαφνικός
-
ατμοσφαιρική κατακρήμνιση
-
σπουδή
-
Καθίζηση, συμπύκνωση · Υετος ... cold particles circulating in the air · συμπύκνωση, καθίζηση ... υετος ... cold particles circulating in the air
-
εξασθένηση από συμπυκνώματα