Translation of "productivity" into Greek
παραγωγικότητα, αποδοτικότητα, Παραγωγικότητα are the top translations of "productivity" into Greek.
the state of being productive, fertile or efficient [..]
-
παραγωγικότητα
noun femininestate of being productive [..]
The very rapid has certainly had a negative impact on labour productivity.
Είναι βέβαιο ότι η ταχύτατη αύξηση της απασχόλησης είχε δυσμενείς επιπτώσεις για την παραγωγικότητα της εργασίας.
-
αποδοτικότητα
nounTherefore, the overall efficiency of the different processes was considered to be equal and invoked similar production costs.
Ως εκ τούτου, η συνολική αποδοτικότητα των διαφόρων διαδικασιών θεωρήθηκε ίση και το κόστος παραγωγής το ίδιο.
-
Παραγωγικότητα
an average measure of the efficiency of production
The very rapid has certainly had a negative impact on labour productivity.
Είναι βέβαιο ότι η ταχύτατη αύξηση της απασχόλησης είχε δυσμενείς επιπτώσεις για την παραγωγικότητα της εργασίας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "productivity" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "productivity" with translations into Greek
-
βιομηχανία προϊόντων σκυροδέματος
-
φιλικό για το περιβάλλον προϊόν
-
Αναγνωριστικό παραγωγής
-
γαλακτοπαραγωγή
-
συνεχής παραγωγή
-
τρόπος παραγωγής
-
αποδοτικός · γόνιμος · παραγωγικός · προσοδοφόρος
-
Παραγωγή · απόδοση · επίδειξη · κατασκευή · παράσταση · παραγωγή · παρουσίαση · προσαγωγή · προϊόν