Translation of "realizing" into Greek
αντιλαμβανόμενος, διαπιστώνοντας are the top translations of "realizing" into Greek.
realizing
verb
Present participle of realize. [..]
-
αντιλαμβανόμενος
particleOne must never apologize or show regret... for actions taken to realized one's destiny.
Κάποιος δεν πρέπει ποτέ να απολογείται ή να δείχνει λύπη... για πράξεις που λαμβάνονται αντιλαμβανόμενος την μοίρα κάποιου.
-
διαπιστώνοντας
particleG. realizing that commendable efforts to implement truly sustainable forest management, including the participation of local people, are currently made in the region,
Ζ. διαπιστώνοντας ότι καταβάλλονται σήμερα στην περιοχή αξιέπαινες προσπάθειες για την εφαρμογή πραγματικά βιώσιμης διαχείρισης των δασών, στην οποία να συμμετέχει ο τοπικός πληθυσμός,
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "realizing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "realizing" with translations into Greek
-
αντιλαμβάνομαι · γνωρίζω · εκπληρώνω · εκτελώ · εννοώ · κάνω πραγματικότητα · καταλαβαίνω · κατανοώ · κερδίζω · πετυχαίνω · πραγματοποιώ · ρευστοποιώ · σκέφτομαι · συνειδητοποιώ · υλοποιώ
-
αντίληψη · γνώση · εκποίηση · πραγματοποίηση · ρευστοποίηση · συναίσθηση · συνείδηση · συνειδητοποίηση
-
μπορετός · πραγματοποιήσιμος · ρευστοποιήσιμος · υλοποιήσιμος
-
φτάνω στη μέγιστη ανάπτυξή μου · φτάνω στο ανώτατο στάδιο εξέλιξης
-
αντιλαμβάνομαι · διαπιστώνω · συνειδητοποιώ
-
διαπιστώνω · συνειδητοποιώ
-
αντιλαμβάνομαι · γνωρίζω · εκπληρώνω · εκτελώ · εννοώ · κάνω πραγματικότητα · καταλαβαίνω · κατανοώ · κερδίζω · πετυχαίνω · πραγματοποιώ · ρευστοποιώ · σκέφτομαι · συνειδητοποιώ · υλοποιώ
-
αντιλαμβάνομαι · γνωρίζω · εκπληρώνω · εκτελώ · εννοώ · κάνω πραγματικότητα · καταλαβαίνω · κατανοώ · κερδίζω · πετυχαίνω · πραγματοποιώ · ρευστοποιώ · σκέφτομαι · συνειδητοποιώ · υλοποιώ
Add example
Add