Translation of "reasonability" into Greek
λογικότητα is the translation of "reasonability" into Greek.
reasonability
noun
grammar
The state or quality of being reasonable; reasonableness. [..]
-
λογικότητα
If we cultivate reasonableness, we will not expect too much of ourselves.
Αν καλλιεργούμε λογικότητα, δεν θα έχουμε υπερβολικές προσδοκίες από τον εαυτό μας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "reasonability" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "reasonability" with translations into Greek
-
και δικαιολογημένα!
-
ευελιξία συλλογισμού
-
χωρίς να συντρέχει λόγος · χωρίς προφανή λόγο
-
και δικαιολογημένα!
-
αίτιο · αιτία · αναλογία · διάνοια · δικαιολογία · επιχειρηματολογώ · κρίνω · λογική · λογική σκέψη · λογικό · λόγος · μυαλό · νους · νόηση · ορθός λόγος · σκέφτομαι · συζητώ · συζητώ λογικά · συμπεραίνω · συνεννοούμαι (με κπ)
-
άνευ αντικειμένου · χωρίς κανένα λόγο · χωρίς λογική βάση
Add example
Add