Translation of "rippled" into Greek
κυματιστός is the translation of "rippled" into Greek.
rippled
adjective
verb
Simple past tense and past participle of ripple. [..]
-
κυματιστός
adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "rippled" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "rippled" with translations into Greek
-
αλυσιδωτός · αντανακλαστικός · κυματιστός · περαιτέρω · πολλαπλασιαστικός
-
αλυσιδωτές επιπτώσεις · ευρύτερες επιπτώσεις · κυματισμός · περαιτέρω επιπτώσεις · πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα · που ταράζει τα νερά · προεκτάσεις · συνέπεια, επακόλουθο
-
Περιοδικές και τυχαίες αποκλίσεις ("κυμάτωση και θόρυβος" PSU)
-
βαθμός κυμάτωσης
-
διακύμανση πλάτους
-
διακύμανση απολαβής
-
τάση κυμάτωσης
-
Περιοδικές και τυχαίες αποκλίσεις ("κυμάτωση και θόρυβος" PSU)
Add example
Add