Translation of "rustic" into Greek
αγροίκος, ρουστίκ, χωριάτης are the top translations of "rustic" into Greek.
country-styled or pastoral; rural [..]
-
αγροίκος
adjective -
ρουστίκ
1. Που συνηθίζεται στα αγροτικά σπίτια ή που απομιμείται το στιλ αγροτικών σπιτιών (ΣΥΝ χωριάτικος) - Χρήσεις: ρουστίκ σαλόνι/ τραπεζαρία | ρουστίκ ντεκόρ | ρουστίκ διακόσμηση/ επίπλωση | ρουστίκ ύφος/ στιλ | Για το εξοχικό του προτίμησε ρουστίκ έπιπλα κατασκευασμένα με τον πατροπαράδοτο τρόπο. Καθισμένος στη ρουστίκ κουνιστή πολυθρόνα στη βεράντα της αγροικίας του ατένιζε τις απέραντες φυτείες του. Το τζάκι στις σύγχρονες κατοικίες προσδίδει ένα ρουστίκ στοιχείο στον χώρο. Αν και πρόκειται για ένα μοντέρνο περιβάλλον, διατηρεί κάποιες ρουστίκ επιρροές [ΜΗΛΝΕΓ]
The cabin's awfully rustic for someone of your sophisticated taste.
Το εξοχικό παραείναι ρουστίκ για κάποια με εξεζητημένο γούστο.
-
χωριάτης
noun masculine
-
Less frequent translations
- χωριάτικος
- αγροτικός
- βλάχικος
- βουκολικός
- αδούλευτος
- χωρικός
- άγαρμπος
- λιτός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "rustic" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
"Rustic" in English - Greek dictionary
Currently, we have no translations for Rustic in the dictionary, maybe you can add one? Make sure to check automatic translation, translation memory or indirect translations.
Images with "rustic"
Phrases similar to "rustic" with translations into Greek
-
διαβίωση σε αγροτική περιοχή
-
χωριάτικα
-
αποχτώ χωριάτικη συμπεριφορά · δίνω χωριάτικη όψη σε τοίχο σπιτιού · πηγαίνω να ζήσω σε χωριό · πηγαίνω να ζήσω στην ύπαιθρο · στέλνω στην ύπαιθρο · στέλνω στο χωριό
-
αγροτικός τρόπος ζωής · αγροτικός τρόπος συμπεριφοράς · απλότητα