Translation of "rusticate" into Greek
αποχτώ χωριάτικη συμπεριφορά, δίνω χωριάτικη όψη σε τοίχο σπιτιού, πηγαίνω να ζήσω σε χωριό are the top translations of "rusticate" into Greek.
rusticate
verb
grammar
(transitive) (UK) To suspend or expel from a college or university. [..]
-
αποχτώ χωριάτικη συμπεριφορά
-
δίνω χωριάτικη όψη σε τοίχο σπιτιού
-
πηγαίνω να ζήσω σε χωριό
-
Less frequent translations
- πηγαίνω να ζήσω στην ύπαιθρο
- στέλνω στην ύπαιθρο
- στέλνω στο χωριό
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "rusticate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "rusticate" with translations into Greek
-
διαβίωση σε αγροτική περιοχή
-
άγαρμπος · αγροίκος · αγροτικός · αδούλευτος · βλάχικος · βουκολικός · λιτός · ρουστίκ · χωριάτης · χωριάτικος · χωρικός
-
χωριάτικα
-
αγροτικός τρόπος ζωής · αγροτικός τρόπος συμπεριφοράς · απλότητα
Add example
Add