Translation of "seize" into Greek
αρπάζω, κατάσχω, συλλαμβάνω are the top translations of "seize" into Greek.
seize
verb
grammar
(transitive) to deliberately take hold of; to grab or capture [..]
-
αρπάζω
verb -
κατάσχω
verbTo take possession of by force or authority.
Bottles broken by the thousand, trucks, boats and stills seized and put out of commission.
Μπουκάλια να σπάνε κατά χιλιάδες, φορτηγά, βάρκες και αποστακτήρια που κατασχέθηκαν και παροπλίστηκαν.
-
συλλαμβάνω
verbThen you will be forcibly seized.
Τότε θα συλληφθείς βιαίως.
-
Less frequent translations
- αιχμαλωτίζω
- καταλαμβάνω
- αδράχνω
- κυριεύω
- καταχρώμαι
- πιάνω
- δεσμεύω
- εκμεταλλεύομαι
- σφετερίζομαι
- σφίγγω
- αντιλαμβάνομαι
- κατακτώ
- καταχτώ
- τσακώνω
- κρατώ σφικτά
- με πιάνει
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "seize" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "seize"
Phrases similar to "seize" with translations into Greek
-
κυριεύω
-
διεκδικώ το ηθικό έρεισμα · εμφανίζομαι ως υπερασπιστής τού δικαίου · ισχυρίζομαι ότι κατέχω τα πρωτεία τής ηθικής · κερδίζω τη μάχη τής ηθικής υπεροχής · παίρνω, διεκδικώ, αρπάζω το ηθικό πλεονέκτημα · παριστάνω το υπόδειγμα ηθικής · παριστάνω τον αδιάφθορο · προσποιούμαι ηθική ανωτερότητα
-
αρπάζω · γραπώνω
-
άδραξε τη μέρα
-
δαγκάνω · δαγκώνω
-
αποκτώ τον έλεγχο · αρπάζω τον έλεγχο · θέτω υπό τον έλεγχό μου · καταλαμβάνω την εξουσία
-
αρπαγή · πιάσιμο · σύλληψη
-
κατασχεθείς
Add example
Add