Translation of "seizing" into Greek
αρπαγή, πιάσιμο, σύλληψη are the top translations of "seizing" into Greek.
Present participle of seize. [..]
-
αρπαγή
nounSeizing it will aid in weak them, and force Crassus to fall to desired path.
Η αρπαγή τους θα βοηθήσει στην αποδυνάμωσή τους και θα αναγκάσει τον Κράσσο να πέσει στο θεμιτό μονοπάτι.
-
πιάσιμο
noun -
σύλληψη
nounAnd we protest against being harassed, pursued, attacked, seized and transported here against our wishes.
Και διαμαρτυρόμαστε για την παρενόχληση την καταδίωξη τη σύλληψη και την ακoύσια διακτίνισή μας εδώ.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "seizing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
"Seizing" in English - Greek dictionary
Currently, we have no translations for Seizing in the dictionary, maybe you can add one? Make sure to check automatic translation, translation memory or indirect translations.
Phrases similar to "seizing" with translations into Greek
-
κυριεύω
-
αδράχνω · αιχμαλωτίζω · αντιλαμβάνομαι · αρπάζω · δεσμεύω · εκμεταλλεύομαι · κατάσχω · κατακτώ · καταλαμβάνω · καταχρώμαι · καταχτώ · κρατώ σφικτά · κυριεύω · με πιάνει · πιάνω · συλλαμβάνω · σφίγγω · σφετερίζομαι · τσακώνω
-
διεκδικώ το ηθικό έρεισμα · εμφανίζομαι ως υπερασπιστής τού δικαίου · ισχυρίζομαι ότι κατέχω τα πρωτεία τής ηθικής · κερδίζω τη μάχη τής ηθικής υπεροχής · παίρνω, διεκδικώ, αρπάζω το ηθικό πλεονέκτημα · παριστάνω το υπόδειγμα ηθικής · παριστάνω τον αδιάφθορο · προσποιούμαι ηθική ανωτερότητα
-
αρπάζω · γραπώνω
-
άδραξε τη μέρα
-
δαγκάνω · δαγκώνω
-
αποκτώ τον έλεγχο · αρπάζω τον έλεγχο · θέτω υπό τον έλεγχό μου · καταλαμβάνω την εξουσία
-
κατασχεθείς