Translation of "skillful" into Greek

επιδέξιος, επιτήδειος, χαρισματικός are the top translations of "skillful" into Greek.

skillful adjective grammar

Possessing skill. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • επιδέξιος

    adjective

    It would take a skillful trainer to do that.

    Χρειάζεται ένας επιδέξιος εκπαιδευτής για να το κάνει αυτό.

  • επιτήδειος

    adjective masculine

    You aren't very skillful, but I admire your courage.

    Δεν είσαι πολύ επιτήδειος, αλλά θαυμάζω το θάρρος σου.

  • χαρισματικός

    You are a gifted athlete with tremendous skill.

    Είσαι ένας χαρισματικός αθλητής με τεράστιες ικανότητες.

  • Less frequent translations

    • προικισμένος
    • ταλαντούχος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "skillful" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "skillful" with translations into Greek

  • ειδικευμένος χειριστής
  • γνώση · δεξιοτεχνία · δεξιότητα · ειδικότητα · επιδεξιότητα · επιτηδειότητα · ικανότητα · καταλληλότητα · προσόν
  • βασικές δεξιότητες
  • κομβικές δεξιότητες
  • δεξιότητες αυτοϋπεράσπισης · δεξιότητες υπεράσπισης
  • σύνολο προσόντων
  • τεχνική της σύνταξης
  • Λεπτή κινητική δεξιότητα
Add

Translations of "skillful" into Greek in sentences, translation memory