Translation of "skills" into Greek

γνώσεις, ικανότητες are the top translations of "skills" into Greek.

skills noun

Plural form of skill. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • γνώσεις

    noun feminine

    In order to promote mobility, the transferability of skills and knowledge must be guaranteed.

    Για την προώθηση της κινητικότητας πρέπει να διασφαλιστεί η δυνατότητα μεταφοράς δεξιοτήτων και γνώσεων.

  • ικανότητες

    noun

    Moreover, it doesn’t require special training or athletic skill —only a good pair of shoes.

    Επιπλέον, δεν απαιτείται ειδική εκπαίδευση ή αθλητικές ικανότητες —χρειάζεται μόνο ένα καλό ζευγάρι παπούτσια.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "skills" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "skills" with translations into Greek

  • ειδικευμένος χειριστής
  • γνώση · δεξιοτεχνία · δεξιότητα · ειδικότητα · επιδεξιότητα · επιτηδειότητα · ικανότητα · καταλληλότητα · προσόν
  • βασικές δεξιότητες
  • κομβικές δεξιότητες
  • δεξιότητες αυτοϋπεράσπισης · δεξιότητες υπεράσπισης
  • σύνολο προσόντων
  • τεχνική της σύνταξης
  • Λεπτή κινητική δεξιότητα
Add

Translations of "skills" into Greek in sentences, translation memory