Translation of "sleepiness" into Greek

νύστα, υπνηλία are the top translations of "sleepiness" into Greek.

sleepiness noun grammar

The property of being sleepy. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • νύστα

    noun

    It was likely nighttime, since the three men were combating sleepiness.

    Πρέπει να ήταν νύχτα, επειδή οι τρεις άντρες αγωνίζονταν να αποδιώξουν τη νύστα τους.

  • υπνηλία

    noun feminine

    Oh, I can't imagine what makes me so sleepy.

    Δεν μπορώ να καταλάβω τι μου φέρνει υπνηλία.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "sleepiness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "sleepiness" with translations into Greek

  • ήσυχος · αποκοιμισμένος · ληθαργικός · νυσταγμένος · νυσταλέος · νωθρός · σιωπηλός · υπναλέος · ψόφιος
  • υπναράς
  • νυστάζω
  • νάνι
  • γλαρώνω
  • ήσυχος · αποκοιμισμένος · ληθαργικός · νυσταγμένος · νυσταλέος · νωθρός · σιωπηλός · υπναλέος · ψόφιος
  • ήσυχος · αποκοιμισμένος · ληθαργικός · νυσταγμένος · νυσταλέος · νωθρός · σιωπηλός · υπναλέος · ψόφιος
  • ήσυχος · αποκοιμισμένος · ληθαργικός · νυσταγμένος · νυσταλέος · νωθρός · σιωπηλός · υπναλέος · ψόφιος
Add

Translations of "sleepiness" into Greek in sentences, translation memory