Translation of "sleeping" into Greek
κοιμισμένος, ύπνος are the top translations of "sleeping" into Greek.
sleeping
adjective
noun
verb
grammar
Present participle of sleep. [..]
-
κοιμισμένος
adjective masculineIf you sleep all the time, you can't say you're asleep.
Αν κοιμάσαι συνεχώς δεν μπορείς να πεις ότι είσαι κοιμισμένος.
-
ύπνος
noun masculineDeath is but a short sleep to eternity.
Ο θάνατος δεν είναι παρά ένας αιώνιος ύπνος.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "sleeping" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "sleeping" with translations into Greek
-
Ύπνος · αναστολή λειτουργίας · διανυκτερεύω · κοιμάμαι · κοιμίζω · κοιμούμαι · μισοκοιμάμαι · τσίμπλα · φιλοξενώ · ύπνος
-
κοιτώνας
-
διαταραχή του ύπνου
-
υβριδική αναστολή λειτουργίας
-
βραδινός ύπνος
-
έχω σεξουαλική επαφή · γαμώ · κάνω · κάνω έρωτα · κοιμάμαι · παίρνω · πηδώ · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
-
αναστολή λειτουργίας λόγω αδράνειας
-
καληνύχτα · καλόν ύπνο · όνειρα γλυκά
Add example
Add