Translation of "slighting" into Greek
μειωτικός is the translation of "slighting" into Greek.
slighting
adjective
noun
verb
grammar
Present participle of slight. [..]
-
μειωτικός
adjectiveThe cash flow also shows approximately the same trend, namely decreasing from 2001 to 2003 and a slight improvement in the IP.
Οι ταμειακές ροές δείχνουν επίσης κατά προσέγγιση την ίδια τάση, κυρίως μειωτική από το 2001 έως το 2003 και ελαφρά ανοδική κατά την περίοδο έρευνας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "slighting" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "slighting" with translations into Greek
-
αγνοώ · αδύνατος · ασήμαντος · αψηφώ · ελαφρός · θίγω · θίξιμο · λίγος · λεπτοκαμωμένος · λεπτός · λιγοστός · μικρός · μικρόσ · παράβλεψη · παραβλέπω · παραγκωνίζω · παραμέληση · παραμελώ · προσβάλλω · προσβολή · ταπείνωση · υποτιμώ
-
τοσο ελεφρα και ανεπεσθετα
-
ελαφρότητα · λεπτότητα
-
αγνοώ · αδύνατος · ασήμαντος · αψηφώ · ελαφρός · θίγω · θίξιμο · λίγος · λεπτοκαμωμένος · λεπτός · λιγοστός · μικρός · μικρόσ · παράβλεψη · παραβλέπω · παραγκωνίζω · παραμέληση · παραμελώ · προσβάλλω · προσβολή · ταπείνωση · υποτιμώ
-
αγνοώ · αδύνατος · ασήμαντος · αψηφώ · ελαφρός · θίγω · θίξιμο · λίγος · λεπτοκαμωμένος · λεπτός · λιγοστός · μικρός · μικρόσ · παράβλεψη · παραβλέπω · παραγκωνίζω · παραμέληση · παραμελώ · προσβάλλω · προσβολή · ταπείνωση · υποτιμώ
Add example
Add