Translation of "slightness" into Greek

ελαφρότητα, λεπτότητα are the top translations of "slightness" into Greek.

slightness noun grammar

The property of being slight, smallness, petiteness [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ελαφρότητα

    Noun
  • λεπτότητα

    noun
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "slightness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "slightness" with translations into Greek

  • αγνοώ · αδύνατος · ασήμαντος · αψηφώ · ελαφρός · θίγω · θίξιμο · λίγος · λεπτοκαμωμένος · λεπτός · λιγοστός · μικρός · μικρόσ · παράβλεψη · παραβλέπω · παραγκωνίζω · παραμέληση · παραμελώ · προσβάλλω · προσβολή · ταπείνωση · υποτιμώ
  • μειωτικός
  • τοσο ελεφρα και ανεπεσθετα
  • μειωτικός
  • αγνοώ · αδύνατος · ασήμαντος · αψηφώ · ελαφρός · θίγω · θίξιμο · λίγος · λεπτοκαμωμένος · λεπτός · λιγοστός · μικρός · μικρόσ · παράβλεψη · παραβλέπω · παραγκωνίζω · παραμέληση · παραμελώ · προσβάλλω · προσβολή · ταπείνωση · υποτιμώ
  • αγνοώ · αδύνατος · ασήμαντος · αψηφώ · ελαφρός · θίγω · θίξιμο · λίγος · λεπτοκαμωμένος · λεπτός · λιγοστός · μικρός · μικρόσ · παράβλεψη · παραβλέπω · παραγκωνίζω · παραμέληση · παραμελώ · προσβάλλω · προσβολή · ταπείνωση · υποτιμώ
Add

Translations of "slightness" into Greek in sentences, translation memory