Translation of "spiteful" into Greek
κακεντρεχής, κακός, μοχθηρός are the top translations of "spiteful" into Greek.
Filled with, or showing, spite; having a desire to vex, annoy, or injure; malignant; malicious [..]
-
κακεντρεχής
adjective masculineWhen teasing calls attention to someone’s weaknesses or failings, it is spiteful.
Όταν το πείραγμα τονίζει τις αδυναμίες ή τις αποτυχίες κάποιου, είναι κακεντρεχές.
-
κακός
adjective masculineYou're an obnoxious, spiteful, cantankerous old git, and you're frakking lucky you're not living on the frakking street!
Είσαι ένας απεχθής, κακός και δύστροπος γεροτράγος και είσαι πολύ κωλόφαρδος που δεν μένεις στο δρόμο!
-
μοχθηρός
adjectiveHe was a spiteful man, cut me out of his will.
Ήταν ένας μοχθηρός άνθρωπος, κοπεί μου έξω από τη θέλησή του.
-
Less frequent translations
- εμπαθής
- κακόβουλος
- χαιρέκακος
- πεισματάρης
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "spiteful" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "spiteful" with translations into Greek
-
έχθρα · εμπάθεια · κακία · μοχθηρία · πάω κόντρα · πείσμα · πικάρω · πληγώνω
-
κι ας μην το θέλεις · ντε και καλά, με το στανιό
-
ο καπετάνικος να πνιγεί, κι ας πνιγώ κι εγώ · το γινάτι βγάζει μάτι
-
κακία · κακεντρέχεια · πείσμα
-
από άχτι · από πείσμα
-
αν και · ανεξάρτητα από · καίτοι · μολονότι · παρ' όλο · παρά · παρόλο · σε πείσμα (+Γεν.)
-
άσχετα
-
κι ας μην το θέλω · με το στανιό