Translation of "spitefulness" into Greek
κακία, κακεντρέχεια, πείσμα are the top translations of "spitefulness" into Greek.
spitefulness
noun
grammar
(uncountable) The state or quality of being spiteful. [..]
-
κακία
nounI don't want him to think I'm dumping him out of spite.
Δεν θέλω να σκεφτεί ότι τον παρατάω από κακία.
-
κακεντρέχεια
nounThe inspired account involving Hannah shows that we can be hurt by the imperfections or the spite of others.
Η θεόπνευστη αφήγηση σχετικά με την Άννα δείχνει ότι μπορεί να πληγωθούμε από τις ατέλειες ή την κακεντρέχεια των άλλων.
-
πείσμα
nounFor half a century this great adventure has continued in spite of countless difficulties.
Εδώ και μισό αιώνα αυτή η μεγάλη περιπέτεια συνεχίζεται σε πείσμα των αμέτρητων δυσκολιών.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "spitefulness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "spitefulness" with translations into Greek
-
έχθρα · εμπάθεια · κακία · μοχθηρία · πάω κόντρα · πείσμα · πικάρω · πληγώνω
-
κι ας μην το θέλεις · ντε και καλά, με το στανιό
-
ο καπετάνικος να πνιγεί, κι ας πνιγώ κι εγώ · το γινάτι βγάζει μάτι
-
εμπαθής · κακεντρεχής · κακόβουλος · κακός · μοχθηρός · πεισματάρης · χαιρέκακος
-
από άχτι · από πείσμα
-
αν και · ανεξάρτητα από · καίτοι · μολονότι · παρ' όλο · παρά · παρόλο · σε πείσμα (+Γεν.)
-
άσχετα
-
κι ας μην το θέλω · με το στανιό
Add example
Add