Translation of "squeeze" into Greek

σφίγγω, στριμώχνω, ζουλώ are the top translations of "squeeze" into Greek.

squeeze verb noun grammar

(transitive) To put in a difficult position by presenting two or more choices [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • σφίγγω

    verb

    to apply pressure to from two or more sides at once

    He's got that town in his fist and he's squeezing it hard.

    Έχει την πόλη στη γροθιά του και τη σφίγγει σκληρά.

  • στριμώχνω

    verb

    to fit into a tight place

    I can't lose the one cop I can squeeze, on the street.

    Δεν μπορώ να χάσω το μοναδικό μπάτσο που μπορώ να στριμώχνω στο δρόμο.

  • ζουλώ

    to apply pressure to from two or more sides at once

  • Less frequent translations

    • στείβω
    • αγκάλιασμα
    • συμπίεση
    • συμπιέζω
    • ζουλάω
    • συνωστισμός
    • στείψιμο
    • σφίξιμο
    • υποχρεώνω
    • αγκαλιάζω
    • εκθλίβω
    • σφιχταγκάλιασμα
    • σφιχταγκαλιάζω
    • τσουβαλιάζω
    • τσιμπώ
    • εξαναγκάζω
    • αγαπημένος, αγαπημένη (κάποιου)
    • στοιβάζω, -ομαι
    • συγχωνεύω, -ομαι
    • συμπτύσσω, -ομαι
    • συνωστίζω, -ομαι
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "squeeze" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Squeeze
+ Add

English-Greek dictionary

  • Συμπιέζω

    Moreover, the system is highly fragmented, which squeezes out spending on standard pensions.

    Επιπλέον, το σύστημα είναι εξαιρετικά κατακερματισμένο, γεγονός που συμπιέζει τις δαπάνες για τις κανονικές συντάξεις.

  • στύβω

    Verb verb

    1.πιέζω, συνθλίβω κτ. για να βγει ο χυμός του ή το υγρό που περιέχει. 2. (μτφ.) αντλώ από κπ. το μέγιστο της απόδοσης, της ικμάδας του. [greek-language.gr]

Phrases similar to "squeeze" with translations into Greek

  • πίεση · στείψιμο · συμπίεση
  • στριμώχνομαι (για) να περάσω
  • βολεύω (κπ κάπου) · στριμώχνομαι (για) να μπω · τρυπώνω μέσα σε · χωράω
  • ζουλάω · στριμώχνω · σφίγγω
  • ακκορδεόν · ακορντεόν
  • στριμώχνω, -ομαι (για) να βγω · τα βγάζω πέρα · τα φέρνω βόλτα
  • μεγάλο στριμωξίδι
  • πίεση · στείψιμο · συμπίεση
Add

Translations of "squeeze" into Greek in sentences, translation memory