Translation of "squeezing" into Greek

στείψιμο, πίεση, συμπίεση are the top translations of "squeezing" into Greek.

squeezing noun verb grammar

Present participle of squeeze. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • στείψιμο

    noun
  • πίεση

    noun

    With all the squeeze, he hadn't cracked even in front of the girl he loved.

    Παρ'όλη την πίεση, δεν έσπασε ούτε μπροστά στην αγαπημένη του.

  • συμπίεση

    noun

    The margin squeeze has had concrete foreclosure effects in the retail market and a detrimental impact for end users.

    Η συμπίεση περιθωρίων είχε συγκεκριμένες συνέπειες αποκλεισμού στη λιανική αγορά και αρνητικές συνέπειες για τους τελικούς καταναλωτές.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "squeezing" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "squeezing" with translations into Greek

  • αγαπημένος, αγαπημένη (κάποιου) · αγκάλιασμα · αγκαλιάζω · εκθλίβω · εξαναγκάζω · ζουλάω · ζουλώ · στείβω · στείψιμο · στοιβάζω, -ομαι · στριμώχνω · συγχωνεύω, -ομαι · συμπίεση · συμπιέζω · συμπτύσσω, -ομαι · συνωστίζω, -ομαι · συνωστισμός · σφίγγω · σφίξιμο · σφιχταγκάλιασμα · σφιχταγκαλιάζω · τσιμπώ · τσουβαλιάζω · υποχρεώνω
  • στριμώχνομαι (για) να περάσω
  • Συμπιέζω · στύβω
  • βολεύω (κπ κάπου) · στριμώχνομαι (για) να μπω · τρυπώνω μέσα σε · χωράω
  • ζουλάω · στριμώχνω · σφίγγω
  • ακκορδεόν · ακορντεόν
  • στριμώχνω, -ομαι (για) να βγω · τα βγάζω πέρα · τα φέρνω βόλτα
  • μεγάλο στριμωξίδι
Add

Translations of "squeezing" into Greek in sentences, translation memory