Translation of "struggle" into Greek

αγώνας, αγωνίζομαι, παλεύω are the top translations of "struggle" into Greek.

struggle verb noun grammar

strife, contention, great effort [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αγώνας

    noun masculine

    strife, effort

    The popular struggle must be united against the imperialist system as a whole.

    O αγώνας των λαών πρέπει να είναι ενιαίος κατά του ιμπεριαλιστικού συστήματος συνολικά.

  • αγωνίζομαι

    verb

    I'm really struggling to overcome my bourgeois upbringing.

    Αληθινά αγωνίζομαι να ξεπεράσω την αστική ανατροφή μου.

  • παλεύω

    verb

    Because I'm struggling with the letter of the law versus the spirit of the law.

    Επειδή παλεύω ανάμεσα στο γράμμα του νόμου και στην ουσία του νόμου.

  • Less frequent translations

    • προσπάθεια
    • απόπειρα
    • δοκιμή
    • πάλη
    • δσυσκολεύομαι
    • μάχη
    • μάχομαι
    • διαπάλη
    • προσπαθώ
    • πάσχισμα
    • φυτοζωώ
    • αντιμετωπίζω δυσκολίες
    • αντιμετωπίζω σοβαρά προβλήματα
    • βρίσκομαι σε κατάσταση μαρασμού
    • μεγάλη προσπάθεια
    • παλεύω να επιβιώσω
    • σκληρός αγώνας
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "struggle" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "struggle" with translations into Greek

  • μάχη για τη ζωή
  • πάλη
  • η πάλη τών τάξεων · ο ταξικός πόλεμος
  • πασχίζουν να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαΐ
  • πάλη των τάξεων · ταξική πάλη · ταξικός αγώνας
  • αγώνας για μια ελεύθερη ζωή
  • αγαναχτώ να · αγκομαχώ να · αγωνίζομαι να · δεινοπαθώ να · δυσκολεύομαι να · μάχομαι να · παλεύω να · πασχίζω να · πολεμάω να · προσπαθώ · προσπαθώ παντί σθένει
  • αγωνίζομαι να επιβιώσω οικονομικά · αγώνας τής επιβίωσης
Add

Translations of "struggle" into Greek in sentences, translation memory