Translation of "struggling" into Greek
αγωνιζόμενος, δεινοπαθών, -ούσα, -ούν, μαχόμενος are the top translations of "struggling" into Greek.
struggling
noun
adjective
verb
grammar
Present participle of struggle. [..]
-
αγωνιζόμενος
Like the main character in Peep World, he was a struggling architect Whose father made him feel inadequate.
Όπως και ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου ήταν ένας αγωνιζόμενος αρχιτέκτονας που ο πατέρας του, τον έκανε να νοιώθει ανεπαρκής.
-
δεινοπαθών, -ούσα, -ούν
-
μαχόμενος
-
Less frequent translations
- πολύπαθος
- που αντιμετωπίζει δυσκολίες
- που παλεύει να επιβιώσει
- σε παρακμή
- σε φθίνουσα πορεία
- ταλαίπωρος
- ταλαιπωρημένος
- ταλανιζόμενος
- φυτοζωεί
- χειμαζόμενος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "struggling" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "struggling" with translations into Greek
-
μάχη για τη ζωή
-
πάλη
-
η πάλη τών τάξεων · ο ταξικός πόλεμος
-
πασχίζουν να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαΐ
-
· αγωνίζομαι · αγώνας · αντιμετωπίζω δυσκολίες · αντιμετωπίζω σοβαρά προβλήματα · απόπειρα · βρίσκομαι σε κατάσταση μαρασμού · διαπάλη · δοκιμή · δσυσκολεύομαι · μάχη · μάχομαι · μεγάλη προσπάθεια · πάλη · πάσχισμα · παλεύω · παλεύω να επιβιώσω · προσπάθεια · προσπαθώ · σκληρός αγώνας · φυτοζωώ
-
πάλη των τάξεων · ταξική πάλη · ταξικός αγώνας
-
αγώνας για μια ελεύθερη ζωή
-
αγαναχτώ να · αγκομαχώ να · αγωνίζομαι να · δεινοπαθώ να · δυσκολεύομαι να · μάχομαι να · παλεύω να · πασχίζω να · πολεμάω να · προσπαθώ · προσπαθώ παντί σθένει
Add example
Add