Translation of "stuffy" into Greek
αποπνικτικός, φαντασμένος, καθωσπρεπιστής, καθωσπρεπίστρια are the top translations of "stuffy" into Greek.
stuffy
adjective
noun
grammar
Stout; mettlesome; resolute. [..]
-
αποπνικτικός
AdjectiveRome air is too stuffy, I left to take a breath of air.
O αέρας στη Ρώμη είναι πολύ αποπνικτικός φεύγω για να πάρω λίγο καθαρό αέρα.
-
φαντασμένος
Hubert is steady, reliable, has a fine job teaching music and he's just as stuffy as Father.
Ο Χιούμπερτ είναι σταθερός, υπεύθυνος, διδάσκει μουσική και, είναι φαντασμένος σαν τον πατέρα.
-
καθωσπρεπιστής, καθωσπρεπίστρια
επίθετοαυστηρός με τους κανόνες
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "stuffy" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "stuffy" with translations into Greek
-
ατμόσφαιρα κλεισούρας
-
μυρωδιά κλεισούρας · πνιγηρότητα
Add example
Add